Βασίλης Μανιάς: Οι ελληνικές διεκδικήσεις στη Συνθήκη των Παρισίων και η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου

Βασίλης Μανιάς: Οι ελληνικές διεκδικήσεις στη Συνθήκη των Παρισίων και η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου

Η Ελλάδα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για άλλη μια φορά είχε την τύχη να είναι στο πλευρό των νικητών. Έτσι, υπήρχε η πεποίθηση ότι μπορούσε πλέον με αξιώσεις να διεκδικήσει τους εθνικούς της στόχους στο Συνέδριο Ειρήνης που θα υπέγραφαν οι νικητήριες με τις ηττημένες χώρες. Ο Γ. Παπανδρέου, πρώτος πρωθυπουργός στην ελεύθερη από τις δυνάμεις του Άξονα Ελλάδα, στον λόγο του για την Απελευθέρωσή στην πλατεία Συντάγματος, τον Οκτώβρη του 1944,  θα μιλήσει για τα Δωδεκάνησα, την Β. Ήπειρο και σε σχέση με τα βόρεια σύνορα την ανάγκη να αποκτήσει η χώρα «σπονδυλική στήλη».[1] Στις εορταστικές εκδηλώσεις που ακολούθησαν, οι διάφορες πατριωτικές ομάδες ξεδίπλωναν πανό με αλυτρωτικά συνθήματα. Μέχρι και τις τελικές αποφάσεις του Συνεδρίου της Ειρήνης τα διάφορα εθνικά αιτήματα εκδηλώνονταν με μεγάλη ένταση από κάθε λογής ανεπίσημους και «ημιεπίσημους» φορείς. Σε πολλά απ’ αυτά κυριαρχούσε ένας μεγαλοϊδεατισμός που δεν είχε σχέση με την μεταπολεμική πραγματικότητα. Κάποια μιλούσαν για προσάρτηση της Ανατολική Ρωμυλίας, της Ανατολικής Θράκης και περιοχών της Νότιας Γιουγκοσλαβίας.[2] Οι μαξιμαλιστικοί αυτοί στόχοι δεν αποτελούσαν επίσημη κυβερνητική γραμμή. Οι τελικές διεκδικήσεις του ελληνικού κράτους στη Διάσκεψη του Παρισιού αφορούσαν τα Δωδεκάνησα, τη Βόρεια Ήπειρο και τη βελτίωση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Για τις δύο πρώτες διεκδικήσεις υπήρχαν ισχυρά εθνολογικά επιχειρήματα από την ελληνική πλευρά, μια και εκεί, ειδικά στα Δωδεκάνησα,  ζούσαν ακμαίοι ελληνικοί πληθυσμοί. Για το θέμα της βελτίωσης των συνόρων με την Βουλγαρία, το κύριο επιχείρημα της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν στρατιωτικού χαρακτήρα. Το πρωτεύον εδώ ήταν η αμυντική  ισχυροποίηση με την απόκτηση στρατηγικού βάθους, απέναντι σε μία χώρα που τις τελευταίες δεκαετίες είχε εισβάλλει τρεις φορές στην Μακεδονία και την Θράκη και είχε ως πρωταρχικό εθνικό της στόχο όλα αυτά τα χρόνια,  την έξοδο στο Αιγαίο. Η απόσταση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων από το Αιγαίο ήταν πολύ μικρή, στην περίπτωση της Ξάνθης μόλις 30 χιλιόμετρα, και δεν άφηνε περιθώρια στην Ελλάδα για ισχυρή γραμμή άμυνας απέναντι σε μία εχθρική επίθεση ειδικά αν αυτή εκδηλωνόταν αιφνιδιαστικά.[3]

Τελικά, από τις εθνικές διεκδικήσεις, η Διάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι επιδίκασε για την Ελλάδα μόνο τα Δωδεκάνησα. Η απόφαση αυτή επέφερε μεγάλη απογοήτευση στην ελληνική πλευρά γιατί η απόκτηση των Δωδεκανήσων εθεωρείτο δεδομένη. Μάλιστα το θέμα της Βόρειας Ηπείρου δεν συζητήθηκε καν στην Διάσκεψη καθώς η Αλβανία δεν θεωρήθηκε χώρα που είχε συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα, παρά την αντίθετη θέση της ελληνικής πλευράς.[4] Το δυστύχημα για την Ελλάδα ήταν ότι το μεταπολεμικό σκηνικό είχε δημιουργήσει νέα δεδομένα και καταστάσεις που δεν είχαν σχέση με το προπολεμικό καθεστώς και με τον τρόπο που μέχρι τότε γίνονταν οι συνθήκες ειρήνης ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους. Ο διαχωρισμός του κόσμου σε δύο αντίθετα μπλοκ, το Δυτικό και το Κομμουνιστικό, άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Σύμφωνα με τον Π. Χρηστίδη: …το ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές κλίμα υπερέβη τις προθέσεις και τις ικανότητες των Ελλήνων πολιτικών και διπλωματών.[5]  Έτσι για παράδειγμα, η Βουλγαρία, παρότι ηττημένη,  έχοντας περάσει στη σφαίρα επιρροής των Σοβιετικών, και έχοντας την απόλυτη υποστήριξή της μεγάλης αυτής δύναμης που ήλεγχε πλέον την μισή σχεδόν Ευρώπη, όχι απλά δεν συμφωνούσε με τις ελληνικές απαιτήσεις, αλλά διεκδικούσε και την προσάρτηση των ελληνικών περιοχών που είχε καταλάβει στον πόλεμο.[6]  Όλες οι χώρες που γειτόνευαν με την Ελλάδα στα βόρεια σύνορα, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία, ελέγχονταν πλέον από τους κομμουνιστές και είχαν κοινή γραμμή απέναντι στις ελληνικές θέσεις. Παράλληλα, την εποχή εκείνη είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα Εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις αστικές δυνάμεις και το ΚΚΕ, το οποίο ενισχυόταν από τις φίλιες κομμουνιστικές δυνάμεις των βόρειων γειτόνων, καθιστώντας τη θέση της Ελλάδος ακόμα πιο ευάλωτη.

Από την άλλη πλευρά οι δυτικοί σύμμαχοι δεν ήθελαν να συγκρουστούν με τους Σοβιετικούς που διαφωνούσαν με τις ελληνικές διεκδικήσεις για τη Β. Ήπειρο και τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Είχαν άλλες σημαντικότερες προτεραιότητες εκείνη την στιγμή. Παράλληλα, θεωρούσαν ότι η προσάρτηση της Νότιας Αλβανίας στην Ελλάδα, θα άφηνε ένα υπόλοιπο αλβανικό κρατίδιο μη βιώσιμο, που τελικά θα το απορροφούσε η Γιουγκοσλαβία. Η υπέρμετρη ενίσχυση της κομμουνιστικής πλέον Γιουγκοσλαβίας, με τις ηγεμονικές τάσεις που εκδήλωνε στο χώρο της Βαλκανικής, ήταν κάτι μη επιθυμητό για τους Δυτικούς, και αυτός ήταν ένας ακόμα λόγος της απόρριψης του ελληνικού αιτήματος. Παρόλα αυτά, οι ελληνικές κυβερνήσεις συνέχισαν και στη δεκαετία του 1950 να θέτουν θέμα διεκδίκησης της Β. Ηπείρου.[7]

Για την αλλαγή των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, πέρα από την αντίθεση των Σοβιετικών και των Γιουγκοσλάβων, αμφότερων συμμάχων των Βρετανών και των Αμερικανών στον Πόλεμο, υπήρχε και το αντεπιχείρημα ότι η περιοχή που ζητούσε η Ελλάδα κατοικούνταν από μουσουλμανικούς πληθυσμούς Πομάκων, που σε συνδυασμό με τους μουσουλμάνους της Δ. Θράκης θα δημιουργούσαν μειονοτικό πρόβλημα στο ελληνικό κράτος.[8]

Αντίθετα, η περίπτωση των Δωδεκανήσων ήταν ευκολότερη. Η Ιταλία ήταν ηττημένη στον πόλεμο και η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού τους ήταν ελληνική. Δεδομένης της μη ουσιαστικής αντίθεσης της επίσημης Τουρκίας,[9] παρά την ύπαρξη μουσουλμανικής μειονότητας στην Ρόδο και την Κω,[10] και παρά την κωλυσιεργία από την Σοβιετική πλευρά που αρχικά απαιτούσε την παραχώρηση στρατιωτικής βάσης σε κάποιο από τα νησιά,  τα Δωδεκάνησα δόθηκαν τελικά στην Ελλάδα με την πρόβλεψη ότι θα ήταν αποστρατικοποιημένα. Η αποστρατικοποίηση επεβλήθη για να καθησυχαστούν οι φόβοι της Τουρκίας, αλλά και για να βγει από την συζήτηση το θέμα της σοβιετικής βάσης που είχε τεθεί ανεπίσημα από τον πρεσβευτή της ΕΣΣΔ Ροντιόνοφ προς τον Έλληνα πρωθυπουργό Σοφούλη, τον Μάρτιο του 1946.[11] Έτσι, στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφεται από τους Συμμάχους και την Ιταλία η παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Η Τουρκία δεν συμμετέχει στις σχετικές διαπραγματεύσεις. Η επίσημη τελετή της ενσωμάτωσης έγινε στις 7 Μαρτίου 1948 και το 1955 τα Δωδεκάνησα έγιναν νομός με πρωτεύουσα τη Ρόδο.

Μανιάς Βασίλης

[1] Σ. Τραϊκόπουλος, Η αναβίωση του Μεγαλοϊδεατισμού στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2020, σσ. 274-275.

[2] Μ. Κούμας, «Το πρόβλημα της ελληνικής ασφάλειας και η ίδρυση του Ο.Η.Ε.», Στο: Η Ελλάδα, η Δύση και η Μεσόγειος 1945-62, (επιμ.) Κ. Μπότσιου - Γ. Σακκάς, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 39.

[3] Ε. Χατζηβασιλείου, Στα σύνορα των κόσμων, Πατάκης, Αθήνα 2009, σ. 31.

[4] Π. Χρηστίδης, Οι Ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη στο Παρίσι, 1946, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 84.

[5] Στο ίδιο, σ. 15, 16.

[6] Χατζηβασιλείου, ό.π., σ. 34.

[7] Στο ίδιο, σσ.128, 129.

[8] Θ. Βερέμης – Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια, Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σ. 406.

[9] Με μοναδική εξαίρεση κάποιους Τούρκους αξιωματούχους που ζητούσαν η Κως, η Σύμη και το Καστελόριζο, λόγω της μεγάλης εγγύτητας τους στις τουρκικές ακτές να περάσουνε υπό τον τουρκικό έλεγχο.

Χρηστίδης, ό.π., σ.111.                         

[10] Σύμφωνα με απογραφικά στοιχεία της περιόδου 1917-1922: Στην πόλη της Ρόδου 40% των κατοίκων ήταν μουσουλμάνοι, 33% ορθόδοξοι και 25% Εβραίοι, ενώ από τον πληθυσμό της υπαίθρου 94% ήταν ορθόδοξοι.

Σ. Λουκάτος, «Η ζωή και η δράση των Ελλήνων στα Δωδεκάνησα και στην Κύπρο», στο: Συλλογικό, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών,  Αθήνα 2008, σ. 465.

[11] Στο ίδιο, σ. 91.                          

ADVERTORIALS