Πριν από περίπου έναν χρόνο, μέσα από ένα άρθρο για τα πανηγύρια της Κω, προσπάθησα να καταθέσω κάποιους προβληματισμούς για την πορεία τους. Όχι με διάθεση να κατηγορήσω κανέναν, αλλά από αγάπη για έναν θεσμό που αποτελεί κομμάτι της ιστορίας, της παράδοσης και της ζωής του τόπου μας.
Έναν χρόνο μετά, και καθώς τα πανηγύρια του φετινού καλοκαιριού πλησιάζουν στο τέλος τους, η ερώτηση έρχεται μόνη της:
Τι άλλαξε;
Δυστυχώς, ελάχιστα.
Σε πολλά πανηγύρια εξακολουθεί να κυριαρχεί ο ήχος των ηλεκτρικών οργάνων. Ντραμς, μπάσο, ηλεκτρικές κιθάρες και ένας δυνατός ήχος που συχνά αφήνει ελάχιστο χώρο στο βιολί, στο λαούτο, στην τσαμπούνα, στη φλογέρα (πινιάβλι) και κυρίως στις μουσικές του τόπου μας.
Το πρόβλημα δεν είναι τα ηλεκτρικά όργανα. Κάθε μουσική και κάθε όργανο έχουν τη θέση τους. Το ερώτημα είναι αν αυτή η θέση πρέπει να είναι το παραδοσιακό πανηγύρι.
Όλο και συχνότερα ακούμε ποπ και εμπορικά ακούσματα, με τη γνωστή εξήγηση: «Αυτά θέλει ο κόσμος». Και ίσως πράγματι ένα τέτοιο πρόγραμμα γεμίζει περισσότερα τραπέζια.
Αλλά τελικά τι επιλέγουμε; Ποσότητα ή ποιότητα;
Γιατί μια γεμάτη πλατεία δεν σημαίνει απαραίτητα κι ένα πετυχημένο πανηγύρι.
Αλλάζει όμως και κάτι ακόμη: ο ίδιος ο τρόπος διασκέδασης.
Το κρασί, το ούζο, το τσίπουρο, η παρέα, το τραγούδι και ο χορός ήταν κάποτε εικόνες σχεδόν ταυτισμένες με το πανηγύρι. Σήμερα βλέπουμε όλο και συχνότερα μπουκάλια ουίσκι, γυάλινα ποτήρια και πάγο πάνω στα τραπέζια.
Και κάπου εκεί δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί, με λίγο χιούμορ: Ήρθαμε στο πανηγύρι ή
κλείσαμε τραπέζι σε νυχτερινό μαγαζί;
Δεν είναι, βέβαια, το ουίσκι το πρόβλημα. Είναι η αλλαγή νοοτροπίας που συμβολίζει. Γιατί αν αλλάξουμε τη μουσική, τα τραγούδια, τον τρόπο που χορεύουμε και τελικά τον ίδιο τον τρόπο που γλεντάμε, τι θα μείνει για να ξεχωρίζει το πανηγύρι από μια οποιαδήποτε βραδιά διασκέδασης;
Και εδώ υπάρχει ένα ερώτημα: ποιος προστατεύει την ταυτότητα των πανηγυριών μας;
Στην Κω, πολλά από τα πανηγύρια μας είναι άρρηκτα δεμένα με τις ενορίες, τα ξωκλήσια και τις θρησκευτικές γιορτές. Και η Εκκλησία ήταν, είναι και θα είναι ένας από τους σημαντικότερους θεματοφύλακες της παράδοσης, των εθίμων και της λαογραφικής μας κληρονομιάς. Ακριβώς γι’ αυτό πιστεύω ότι μπορεί να συμβάλει ακόμη περισσότερο στη διατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας των πανηγυριών μας, δίνοντας χώρο στην τοπική μουσική και στο τοπικό τραγούδι.
Η ευθύνη, φυσικά, δεν ανήκει μόνο στην Εκκλησία. Ανήκει στους συλλόγους, στους διοργανωτές, στους μουσικούς, αλλά και σε όλους εμάς που συμμετέχουμε. Γιατί είναι εύκολο να λέμε «αυτό ζητάει ο κόσμος». Το δυσκολότερο είναι να αναρωτηθούμε: τι του προσφέρουμε για να ζητήσει;
Και κάτι ακόμη.
Ας δώσουμε ξανά χώρο στους μεγαλύτερους ανθρώπους στα πανηγύρια μας. Δεν είναι απλώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Είναι η ζωντανή μνήμη αυτών των γλεντιών. Γνωρίζουν το ύφος του χορού, το τραγούδι, τον τρόπο με τον οποίο μια παρέα γινόταν ένας κύκλος.
Ας τους αφήσουμε λοιπόν να χορέψουν περισσότερο. Ας τους παρατηρήσουμε. Ας ακούσουμε το τραγούδι που θα ζητήσουν. Και εμείς οι νεότεροι ας προσπαθήσουμε να αγκαλιάσουμε λίγο περισσότερο τον δικό τους τρόπο διασκέδασης.
Γιατί η παράδοση δεν περνά από γενιά σε γενιά μόνο μέσα από βιβλία και βίντεο. Περνά όταν ο εικοσάχρονος και ο ογδοντάχρονος πιάνονται από το ίδιο χέρι στον ίδιο κύκλο και κανείς από τους δύο δεν αισθάνεται ξένος.
Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω ούτε να μετατρέψουμε τα πανηγύρια μας σε
μουσεία. Η παράδοση εξελίσσεται. Άλλο όμως εξέλιξη και άλλο αντικατάσταση.
Ας δώσουμε, λοιπόν, στα πανηγύρια του 2027 περισσότερο χώρο στις τοπικές μουσικές, στα φυσικά όργανα, στους παλιούς χορευτές και στους μουσικούς που γνωρίζουν πραγματικά το ύφος του τόπου. Και ας σταματήσουμε να μετράμε την επιτυχία μόνο από το πόσα τραπέζια γέμισαν.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσοι πήγαν στο πανηγύρι.
Είναι τι πήραν μαζί τους όταν έφυγαν.
Πέρυσι αναρωτηθήκαμε. Φέτος διαπιστώνουμε ότι ελάχιστα άλλαξαν.
Ας ελπίσουμε του χρόνου να μη χρειαστεί να γράψουμε ξανά τα ίδια.
Γιατί τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ότι δεν ακούσαμε.
Θα είναι ότι επιλέξαμε να μην ακούσουμε.
Εμμανουήλ (Μανώλης) Χαλκίδιος Ρούμα
Χοροδιδάσκαλος – Λύκειο των Ελληνίδων Κω