Ο εμποράκος της Κω των αρχών του 19ου αιώνα και η Οδύσσεια του Ομήρου. Γράφει ο Βασίλης Χατζηβασιλείου

Ο εμποράκος της Κω των αρχών του 19ου αιώνα και η Οδύσσεια του Ομήρου. Γράφει ο Βασίλης Χατζηβασιλείου

Σελίδες τοπικής ιστορίας

   Ο ΕΜΠΟΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΚΩ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 19ου   ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ Η  ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ.

Ο Άγγλος ταξιδιώτης και διδάκτορας του Cambridge  Edward Daniel Clarke υπήρξε ένας από το πλήθος των ξένων επισκεπτών της Κω στις αρχές του 19ου αιώνα, ο οποίος μας ξάφνιασε με τις περιγραφές του. Προτού ακόμη να έλθει στην Ελλάδα το 1801, διέσχισε την Ευρώπη, από την υπερβόρεια Λαπωνία ως το Κάϊρο, διαμέσου των ρωσικών στεπών και της Μικράς Ασίας. Επισκεπτόμενος την τουρκοκρατούμενη Κω είδε τον περίφημο πλάτανό της, που τα κλωνάρια του στηρίζονταν σε κολόνες από μάρμαρο ή από γρανίτη, έτσι που το δέντρο και η υποστύλωσή του είχαν γίνει ένα με το πέρασμα των αιώνων, όπως γράφει. Περιοδεύοντας στο εσωτερικό του νησιού, διαπίστωσε πως οι χελώνες αποτελούσαν περιζήτητο έδεσμα. Οι ναύτες του καραβιού του τις άνοιγαν και αφαιρούσαν τ’ αυγά τους, που όπως έλεγαν, ήταν πεντανόστιμα. Φορτία, μάλιστα, ολόκληρα από χελώνες εφοδίαζαν τη αγορά της Κωνσταντινούπολης.

 Στο ταξίδι του στο νησί θέλησε να μελετήσει τη ζωή των κατοίκων, τη σχέση τους με το αρχαιοελληνικό  παρελθόν τους και τη φυσική κατάσταση του τόπου. Ψάχνοντας να βρει παλαιά ελληνικά χειρόγραφα, πληροφορήθηκε από τον Γάλλο πρόξενο - ήταν, άλλωστε, γνωστή από τον προηγούμενο αιώνα η ύπαρξη στην Κω προξένων ή υποπροξένων της Γαλλίας, Ρωσίας, Αγγλίας και άλλων Ευρωπαϊκών χωρών - ότι ένας εμποράκος του νησιού διέθετε μια συλλογή παλαιών χειρογράφων.

Σπεύδει, λοιπόν, μια και δυο και βρίσκει τον Κώο εμποράκο να διαβάζει τη χειρόγραφη Οδύσσεια του Ομήρου σκυφτός πάνω στη φτωχή πραμάτεια του μαγαζιού του, φορώντας, μάλιστα, και τον κόκκινο σκούφο του. Ο Clarke πήρε στα χέρια το χειρόγραφο της Οδύσσειας και παρατήρησε πως τα περιθώρια ήταν γεμάτα σχόλια. Έτσι συνήθιζαν εκείνα τα χρόνια, όσοι γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, να σημειώνουν διάφορα σχόλια στις ελάχιστες ελληνικές φυλλάδες, που κατόρθωναν να αποκτήσουν κρυφά από τα πονηρά βλέμματα του κατακτητή. Ζήτησε τότε ο Άγγλος ταξιδιώτης να του πουλήσει ο εμποράκος κάτι από τη συλλογή του. Και ο εμποράκος αρνήθηκε, λέγοντας πως όσα χειρόγραφα έχει στη συλλογή του καθώς και εκείνο της Οδύσσειας, τα προορίζει για το γιό του που θα σπούδαζε, όπως είπε στον  Clarke, στη Σχολή της Πάτμου. Και ο Άγγλος περιηγητής αναρωτήθηκε τότε τι θα μπορούσε να διδαχθεί ο γιος του Κώου εμποράκου στη Σχολή της Πάτμου κι έφυγε λυπημένος. Αγνοούσε προφανώς ότι στην Πατμιάδα Σχολή, που είχε ιδρυθεί από το 1713, δίδασκαν επιφανείς λόγιοι της εποχής μαθήματα, όπως θεολογία, αρχαία ελληνικά, φιλοσοφία, λατινικά, ρητορική κι εκκλησιαστική μουσική. Στη Σχολή αυτή συνέρρεαν νέοι απ’ όλη την Ελλάδα και κυρίως από τα γύρω νησιά, όπου δεν υπήρχαν ακόμη ελληνικά σχολεία ή υπολειτουργούσαν τα υφιστάμενα με τη μέθοδο της αλληλοδιδακτικής», την οποία συναντούμε και στην Κω.

 Ο ενδόμυχος πόθος των Κώων, εκείνων που είχαν κάποια οικονομική άνεση, ήταν να στέλνουν τα παιδιά τους για να μορφωθούν πληρέστερα στην Πάτμο και να εγκολπωθούν όσο γίνεται καλύτερα την πατροπαράδοτη ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, την ιστορία και τη θρησκεία των προγόνων τους τα σκοτεινά εκείνα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς.

          ΒΑΣΙΛΗΣ Σ.ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ