Αθ. Μουστάκης: Γιά τήν ὥρα ἐνάρξεως τῆς Παννυχίδος τῆς Ἀναστάσεως

Αθ. Μουστάκης: Γιά τήν ὥρα ἐνάρξεως τῆς Παννυχίδος τῆς Ἀναστάσεως

Γράφει ο κ. Αθανάσιος Μουστάκης

Γιά δεύτερη χρονιά ἐφέτος ὁλόκληρος ὁ Κόσμος μας, τό δῶρο πού μᾶς προσέφερε ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ζεῖ δύσκολες στιγμές ἐξαιτίας τῆς φοβερῆς ἀσθένειας πού σαρώνει τήν ὑφήλιο προκαλώντας ἑκατομμύρια νεκρούς καί δεκάδες ἑκατομμύρια ἀσθενεῖς.

Αὐτά τά δεδομένα, τά ὁποῖα συνεχῶς ἀλλάζουν μέ ταχύτατο ρυθμό, προκάλεσαν ἀσύλληπτη ἀναστάτωση στόν κόσμο μας. Ἀναστάτωση πού μπορεῖ νά συγκριθεῖ μόνο μέ τίς φοβερότερες πανδημίες τοῦ παρελθόντος. Φυσικά, ἀπό αὐτήν τήν ἀναστάτωση δέν ἦταν δυνατόν νά ἐξαιρεθεῖ –καί δέν συνέβη κάτι τέτοιο– ἡ λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Τό Πάσχα τοῦ 2020 οἱ Ἱεροί Ναοί ἦταν κλειστοί· ἐφέτος τό Πάσχα τοῦ 2021 ἀνοικτοί. Ἀντιμετωπίζουμε ὅμως, ἄλλα –ὡς μή ἔδει– προβλήματα. Ἀποφασίστηκε ἡ ἐπίσπευση ἐνάρξεως τῆς Παννυχίδος, ἀλλοῦ κατά δύο, ἀλλοῦ κατά τρεῖς ὧρες καί αὐτό ἔγινε τό θέμα τῶν ἡμερῶν, ἐνῶ δέν θά ἔπρεπε. Πέρα ἀπό κάθε συζήτηση, κι ἄν θέλουμε νά ἀκολουθοῦμε τή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας τό κυρίαρχο λατρευτικό θέμα κάθε ἡμέρας ξεχωριστά, εἴτε πρόκειται γιά τή Μεγάλη Ἑβδομάδα εἴτε γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη ἑορτή τοῦ ἔτους, μᾶς τό δίνει τό Μηνολόγιο καί τό σχετικό Ὑπόμνημα τοῦ Τριωδίου ἤ τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἄς μήν τά παραβλέπουμε καί ἄς μήν ἀναλωνόμαστε σέ ἐπουσιώδη πρακτικά ζητήματα.

Πολλοί, κληρικοί, Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, λαϊκοί –μεταξύ αὐτῶν καί ἡ Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων– ἐκφράστηκαν ἀρνητικά γιά τή μετάθεση αυτή, ὡς ἐάν ἀπό τήν ὥρα ἐνάρξεως τῆς Παννυχίδος κρίνεται ἡ πίστη μας ἤ ἀλλοιώνεται ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρός τό λειτουργικό μέρος τῆς συζητήσεως δέν μπορῶ, λόγῳ περιορισμένης γνώσεως τοῦ θέματος, νά πῶ πολλά, ἄν καί πολλές τοποθετήσεις λειτουργιολόγων καταδεικνύουν τό ἀνυπόστατο τοῦ φόβου κάποιων γιά «ἀλλοίωση» τῆς λειτουργικῆς μας παραδόσεως καί τῆς σχετικῆς τάξεως, ἀλλά θά ἤθελα νά ἐκθέσω κάποιες σκέψεις μέ ἀφετηρία τίς Εὐαγγελικές διηγήσεις γιά τό Πάθος καί τήν ὥρα ἐνάρξεως τῆς Παννυχίδος.

Ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τά Εὐαγγέλια ὁ Χριστός παρέδωσε τό πνεῦμα ἐπάνω στόν σταυρό στίς τρεῖς τό ἀπόγευμα (ἐνάτη ὥρα κατά τό σύστημα χρονολογήσεως πού ἀκολουθοῦσαν ἐκείνη τήν ἐποχή). Αὐτές τίς ἡμέρες διάβασα κάτι πού ὁμολογουμένως δέν εἶχα ξανακούσει: γράφτηκε καί ὑποστηρίχθηκε μέ σθένος ὅτι ὁ Χριστός παρέμεινε στόν Ἅδη τριάντα τρεῖς ὧρες, ὅσα καί τά χρόνια τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, καί κατά συνέπεια θά πρέπει νά ἀναστηθεῖ τά μεσάνυκτα τοῦ Σαββάτου στίς 12.00. Ἐάν τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως κηρυχθεῖ λίγο νωρίτερα ἤ (ὑποθέτω) λίγο ἀργότερα θά ὑπάρχει πρόβλημα…

Πολλά εἶναι τά προβλήματα πού δημιουργεῖ αὐτή ἡ θέση. Οὔτε στά Εὐαγγέλια οὔτε στήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται ὅτι τά χρόνια τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ Κυρίου ἦταν τριάντα τρία. Πρόκειται γιά παράδοση, νομίζω ἀρκετά κατοπινή, ἡ ὁποία δέν προσφέρει τό παραμικρό στήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά ὁδηγηθεῖ στή σωτηρία· τό ἀντίθετο μάλιστα! Φρονῶ, ὅτι ἴσως καί νά ἀποπροσανατολίζει ἀφοῦ τό οὐσιῶδες δέν εἶναι πόσα χρόνια ἔζησε στή γῆ μας ὁ Χριστός, ἀλλά ἡ σωτηρία πού μᾶς προσέφερε μέ τή θυσία Του ἐπάνω στόν Σταυρό. Ἡ μοναδική σχετική ἀναφορά προέρχεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ καί ἀναφέρει ὅτι ὅταν ξεκίνησε τό δημόσιο ἔργο τοῦ Κυρίου ἦταν περίπου τριάντα ἐτῶν (Λουκᾶ 3:23). Σέ αὐτή τήν ἀναφορά προστίθενται τά περίπου τρία ἔτη τῆς δημόσιας δράσεώς Του καί ὁδηγούμαστε στήν ἡλικία τῶν τριάντα τριῶν ἐτῶν. Φυσικά, αὐτό πού μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς εἶναι ὅτι ὁ Χριστός ἦταν γύρω στά τριάντα, δηλαδή θά μποροῦσε νά εἶναι μεταξύ 28 καί 32 ἐτῶν.

Ἡ παράδοση ὅτι ἔμεινε τριάντα τρεῖς ὧρες στόν κάτω κόσμο προφανῶς σχετίζεται μέ τήν παράδοση γιά τήν ἡλικία του καί πηγάζει ἀπό αὐτήν. Πάντως, ὅπως ἤδη σημείωσα δέν τήν ἔχω ἀκούσει ἄλλη φορά οὔτε, βεβαίως, ὑπάρχει σχετική ἀναφορά στά Εὐαγγέλια ἤ στήν ὑμνογραφία.

Τά Εὐαγγέλια δέν ἀναφέρονται στήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεως ἡ ὁποία παραμένει κεκρυμμένη καί, προφανῶς χωρίς οὐσία γιά τήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας μας, ἀλλά ἑστιάζουν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως καθ᾿ ἑαυτό. Ἀκόμη καί οἱ ἀναφορές στήν ἄφιξη τῶν Μυροφόρων καί τῶν Μαθητῶν στό κενό μνημεῖο μᾶς δίνουν διαφορετικές μεταξύ τους χρονικές σημάνσεις ἐπικεντρώνοντας τήν προσοχή καί πάλι στό γεγονός ὅτι πῆγαν στόν Τάφο καί ὄχι στήν ὥρα πού πῆγαν. Τό μόνο σίγουρο εἶναι ὅτι ἔφτασαν σέ χρονικό διάστημα πού κυμαίνεται, σύμφωνα μέ τίς διηγήσεις, ἀπό τό βαθύ σκοτάδι (πρίν τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου) μέχρι μετά τήν ἀνατολή.

Τά Εὐαγγέλια ἀναφέρονται στήν ὥρα πού ἄφησε τήν τελευταία του πνοή ὁ Χριστός ὡς ἑξῆς:

Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος: «περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων […]» (27:46)

Ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος: «καὶ τῇ ἐνάτῃ ὥρᾳ ἐβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ […]» (15:34)

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «Καὶ ἦν ἤδη ὡσεὶ ὥρα ἕκτη καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ᾽ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (23:44)

Σκοπός τῶν Εὐαγγελιστῶν δέν ἦταν ὁ ἀκριβής χρονικός προσδιορισμός τῆς στιγμῆς πού πέθανε ὁ Χριστός, ἀλλά ἡ ἔνταξη τοῦ συγκλονιστικοῦ γεγονότος μέσα στό χρονικό πλαίσιο τῆς ἡμέρας τῆς σταυρώσεως. Δίχως ἀμφιβολία, ὡς ὥρα θανάτου τοῦ Ἰησοῦ δεχόμαστε τήν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας, ἀλλά ὄχι μέ τήν ἀκρίβεια τοῦ ρολογιοῦ στήν ὁποία εἴμαστε συνηθισμένοι σήμερα· αὐτό πού ἐνδιαφέρει τούς Εὐαγγελιστές εἶναι νά πιστοποιήσουν μέ ἀκρίβεια τό γεγονός.

Τό τότε σύστημα μετρήσεως τοῦ χρόνου, πού χρησιμοποιήθηκε καί κατά τή βυζαντινή ἐποχή, εἶχε σταθερά διαστήματα καί ὄχι σταθερές χρονικές στιγμές. Δηλαδή ἡ πρώτη ὥρα ξεκινοῦσε με τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου καί προφανῶς ἄλλαζε ἀνάλογα μέ τήν ἐποχή καί τόν τόπο πού γινόταν ἡ μέτρηση τοῦ χρόνου. Οἱ διαφορές αὐτές γιά τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα μποροῦν νά διαφέρουν σχεδόν κατά μία ὥρα. Παραδείγματος χάριν, τό 2010 πού τό Πάσχα ἔπεσε στίς 4 Ἀπριλίου ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου στήν Ἀθήνα ἔγινε στίς 7:06 καί ἡ δύση στίς 19:50. Ἐκείνη ἡ ἡμέρα εἶχε διάρκεια 12 ὧρες καί 43 λεπτά. Συνεπῶς κάθε μία ἀπό τίς δώδεκα ὧρες τῆς ἡμέρας θά εἶχε διάρκεια περίπου 64 λεπτά, ἐνῶ οἱ ὧρες τῆς νυκτός θά ἦταν περίπου 56 λεπτά καθεμία.

Τό 2021 πού τό Πάσχα εἶναι στίς 2 Μαΐου ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου στήν Ἀθήνα γίνεται στίς 6:28 καί ἡ δύση στίς 20:16. Ἡ ἡμέρα ἔχει διάρκεια 13 ὧρες καί 47 λεπτά. Κάθε μία ἀπό τίς δώδεκα ὧρες τῆς ἡμέρας θά ἔχει διάρκεια περίπου 69 λεπτά καί ἡ ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (ὑπῆρχαν 12 ὧρες τῆς ἡμέρας καί 12 ὧρες τῆς νύκτας) θά ξεκινοῦσε (γιά τήν Ἀθήνα) γύρω στίς 15:40 καί θά ἔληγε γύρω στίς 16:40. Σέ ἀνάλογο παράδειγμα γιά τό Ἰσραήλ, στίς 2 Μαΐου 2021 ἔχουμε ἀνατολή στίς 5:54, δύση στίς 19:22, διάρκεια ἡμέρας 13:28 καί κάθε μία ἀπό τίς δώδεκα ὧρες τῆς ἡμέρας θά εἶχε διάρκεια περίπου 67 λεπτά. Συνεπῶς, ἡ ἐνάτη ὥρα ξεκινᾶ στίς 14:50 καί λήγει στίς 15:50 (14:48-15:48 γιά τοῦ Πάσχα τοῦ 2010).

Ἀπό τά παραπάνω καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ σχέση τοῦ ἄνθρώπου τῆς ἀρχαιότητας μέ τόν χρόνο εἶχε ἄλλη μορφή: προσδιόριζαν μέ χρονικά διαστήματα καί ὄχι μέ χρονικές στιγμές. Ἡ ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας ξεκινοῦσε τή στιγμή πού ἔληγε ἡ ὀγδόη καί τελείωνε τή στιγμή πού ξεκινοῦσε ἡ δεκάτη. Τήν ἄνοιξη εἶχε διάρκεια μεγαλύτερη τῶν 60 λεπτῶν καί στήν ἐποχή μας θά διαρκοῦσε ἀπό τίς 14:50 μέχρι τίς 15:40 περίπου.

Ἄν σέ αὐτό συνυπολογίσουμε τό ὅτι οἱ Εὐαγγελιστές δέν εἶχαν τή δυνατότητα τῆς ἀκριβοῦς μετρήσεως τοῦ χρόνου ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δέν μποροῦμε νά ὁρίσουμε ὡς ὥρα θανάτου τοῦ Κυρίου τίς 15:00, ἀλλά μόνο νά ποῦμε ὅτι ἔγινε ἀρκετά μετά τό μεσημέρι καί ἀρκετά πρίν τή δύση τοῦ ἡλίου. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι πέθανε στίς τρεῖς (15:00) μετά τό μεσημέρι μόνο ἐνδεικτικά, γιά νά ἔχουμε μία σταθερή βάση γιά νά ἀναφερόμαστε στό γεγονός.

Καί βέβαια κάθε προσπάθεια νά συνδεθεῖ ἡ ὥρα αὐτή μέ τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεως (πολύ περισσότερο μέ τίς 33 ὧρες πρίν ἀπό τή δωδεκάτη νυκτερινή τοῦ Σαββάτου) μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἐπικίνδυνες στρεβλώσεις τῆς πραγματικότητας. Ἡ μοναδική ἀναφορά εἶναι ὅτι ἀνέστη τριήμερος, δηλαδή ὅτι ἡ Ἀνάσταση ἔγινε κάποια στιγμή μέσα στήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τή σταύρωση (πρώτη τό ὑπόλοιπο τμῆμα τῆς Παρασκευῆς, δεύτερη ὁλόκληρο τό Σάββατο καί τρίτη ἕνα μέρος τῆς Κυριακῆς). Πουθενά δέν γίνεται ἀναφορά σέ ὧρες.

Ὅσοι συνδυάζουν ὥρα θανάτου τοῦ Χριστοῦ καί ὥρα τελετῆς Ἀναστάσεως διαπράττουν ἕνα ἀκόμη σοβαρό (παιδαριῶδες θά ἔλεγα) γιά τά θεολογικά δεδομένα σφάλμα: συνδυάζουν χρονικά δεδομένα τῶν Εὐαγγελίων, πού βασίζονται σέ συγκεκριμένο σύστημα μετρήσεως τοῦ χρόνου, μέ τόν λειτουργικό χρόνο ὁ ὁποῖος ἔχει τή δική του ἀντίληψη γιά τήν ἔννοια τοῦ χρόνου, καθώς μᾶς εἰσάγει σέ μία καινή στάση ἀπέναντι στόν χρόνο. Γι᾿ αὐτό, θά πρέπει νά δοῦμε ἄν θά ἀκολουθήσουμε

τά δεδομένα τῶν Εὐαγγελίων: θάνατος περίπου τρεῖς μέ τέσσερεις τό μεσημέρι τῆς Παρασκευῆς καί Ἀνάσταση κάποια χρονικά ἀπροσδιόριστη στιγμή τῆς Κυριακῆς (προφανῶς τή νύκτα)

τά δεδομένα τῆς τάξεως τῶν Ἀκολουθιῶν, οἱ ὁποῖες ἔχουν τόν δικό τους τρόπο ροῆς καί παρακολουθήσεως τοῦ χρόνου: ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ἀναφέρεται γιά πρώτη φορά στό Ἕβδομο Εὐαγγέλιο (στό χωρίο Ματθαίου 27:50) τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἡ Ἀκολουθία διαβάζεται τό ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ἀλλά ἡ κανονική της θέση θά ἦταν νωρίς τό πρωί τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἡ Ἀνάσταση κηρύσσεται σέ κανονικές συνθῆκες στίς 12.00 τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅταν λειτουργικά εἶναι ἤδη Κυριακή τοῦ Πάσχα (ἔχει ξεκινήσει μέ τόν Ἑσπερινό, ὅπως κάθε ἡμέρα). Καί σέ αυτή τήν περίπτωση οἱ ὧρες δέν εἶναι τριάντα τρεῖς… Ἄν μάλιστα ὑπολογίσουμε ἀπό τό ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Πέμπτης τότε οἱ ὧρες εἶναι περίπου πενήντα δύο…

Ὅσο γιά τό ἄν τελοῦνται δύο λειτουργίες σέ μία ἡμέρα νομίζω ὅτι καί πάλι πρέπει νά δοῦμε πῶς κατανοοῦμε τόν χρόνο: κοσμικά ἤ λειτουργικά; Λειτουργικά, πάντοτε τελοῦνται δύο θεῖες Λειτουργίες τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα: τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μέ τόν Ἑσπερινό, τό πρωί τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως μετά τήν Παννυχίδα.

Τελικά τί ἀκολουθοῦμε· τόν λειτουργικό ἤ τόν κοσμικό χρόνο;

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι anastas570.jpg

Γιατί ὅλη αὐτή ἡ αναστάτωση γιά ἕνα ζήτημα πού δέν ἔχει καμία οὐσία, οὔτε εἶναι θέμα πίστεως, ἀλλά μόνο τάξεως, ὅπως πολλοί ἐπεσήμαναν;

Γιατί ἐφευρίσκουμε ἀφορμές γιά νά σκανδαλίζουμε ἑαυτούς καί ἀλλήλους;

Γιατί μᾶς ἀρέσει νά κινούμαστε ὅπως οἱ Φαρισαῖοι τῶν Εὐαγγελίων πού ἔβλεπαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά σκορπίζεται στόν κόσμο μπροστά τους καί αὐτοί γκρίνιαζαν γιά τήν τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου καί κατηγοροῦσαν τόν Χριστό ὅτι τήν καταλύει;

Εἶναι δυνατόν νά λέμε ὅτι ἐφέτος θά γιορτάσουμε τό Πάσχα Σάββατο; Ἀπό τά πρῶτα πράγματα πού μαθαίνει κανείς γιά τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ ἔννοιες τοῦ λειτουργικοῦ χώρου καί χρόνου. Ὅσοι διαμαρτύρονται δέν γνωρίζουν ὅτι ὁ λειτουργικός χρόνος κυριαρχεῖ ἐπάνω στόν χρόνο τῶν ρολογιῶν μας;

Δέν παραξενεύτηκαν πού καί τήν Μεγάλη Πέμπτη καί τήν Μεγάλη Παρασκευή λέμε «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου…»; Ἤ μήπως ἦρθε ἡ στιγμή πού θά δοῦμε διαμάχες σχετικά μέ τό πότε ὁρίζεται χρονικά τό «Σήμερον κρεμᾶται»…

Στή συζήτηση γιά τήν τήρηση τῆς ἀργίας του Σαββάτου ὁ Χριστός ἀντέταξε τήν ἑξῆς ἐρώτηση: ἔγινε ὁ ἄνθρωπος γιά τό Σάββατο ἤ τό Σάββατο γιά τόν ἄνθρωπο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι προφανής: τό Σάββατο θεσπίστηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά ἐξυπηρετεῖ τίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου καί μποροῦμε νά τό χειριζόμαστε μέ αὐτό τό σκεπτικό. Ὅπως φαίνεται, ὅμως, αὐτό δέν εἶναι προφανές γιά ὅλους… Μᾶλλον ἦλθε καί πάλι ἡ στιγμή πού κάποιοι, γιά μία ἀκόμη φορά, ἐπιχειροῦν νά διορθώσουν τόν Χριστό στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί νά ὑποστηρίξουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔγινε γιά νά τηρεῖ τό Σάββατο καί ὄχι τό ἀντίθετο …

Καλή Ἀνάσταση!

https://amoustakis.wordpress.com/2021/05/01/3476/