Όταν ο Τζόρνταν ΔΙΕΛΥΣΕ τον παλιόφιλο Πίπεν!

Όταν ο Τζόρνταν ΔΙΕΛΥΣΕ τον παλιόφιλο Πίπεν!

Είχε να παίξει μπάσκετ 15 ολόκληρους μήνες. Ήταν η περίοδος που είχε καταφέρει να προσαρμόσει το σώμα του, υπό την πλήρη στήριξη του γυμναστή του, Τιμ Γκρόβερ, στις απαιτήσεις του μπέιζμπολ. Ως παίκτης των Μπέρμιγχαμ Μπάρονς, που δεν αγωνίζονταν καν στη μεγάλη κατηγορία, ο Μάικλ Τζόρνταν υποτίθεται ότι είχε ξεχάσει το μπάσκετ. Η ιστορία έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Πριν από αυτή, μην ξεχάσετε να δείτε την πληθώρα στοιχημάτων για αθλήματα και όχι μόνο, στο κορυφαίο site της Stoiximan

Επιστρέφουμε στο θέμα. Μόνο κάτι μονά στην αυλή του σπιτιού του με φίλους προσπαθούσαν να θυμίσουν στον θρυλικό MJ αυτό που ήταν λίγο καιρό πριν, όταν κατακτούσε το τρίτο πρωτάθλημα με τους Σικάγο Μπουλς κόντρα στο Φοίνιξ.

Η πρόταση του Σκότι Πίπεν ήταν ξεκάθαρη. «Θέλω να παίξεις στο τελευταίο παιχνίδι που θα γίνει στο «Σικάγο Στέιντιουμ». «Στο ζητώ σαν χάρη» είπε στον Τζόρνταν ο άνθρωπος που τον συμπλήρωνε στο παρκέ καλύτερα από κάθε άλλον. Το κίνητρο ήταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς, καθώς τα χρήματα θα δίνονταν στα παιδιά που ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχειας στην Πόλη των Ανέμων.

Η τελική απάντηση ήταν «ναι» παρότι αρχικά είχε αρνηθεί. Ετσι, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1994 φόρεσε πάλι τα παπούτσια του και ντύθηκε στα λευκά για να ηγηθεί της ομάδας που θα αντιμετώπιζε την αντίστοιχη του Πίπεν με τα κόκκινα. Το πρώτο πράγμα που απασχόλησε τους Αμερικανούς, όχι μόνο τους δημοσιογράφους, ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο αγωνιστικά ο Τζόρνταν. Θα μπορούσε να ανταποκριθεί και να παρουσιάσει κάτι από τον σχετικά πρόσφατο εκπληκτικό εαυτό του, όπως στους τελικούς με τους Σανς; Η θα απογοήτευε τους 18.000 θεατές που βρέθηκαν για τελευταία φορά στο «Σικάγο Στέιντιουμ»;

52 πόντοι απέναντι στον «Ινδιάνο»

Όπως είναι γνωστό ο Τζόρνταν δεν έπαιρνε τίποτα στην... πλάκα. Όλα γίνονταν απολύτως σοβαρά όταν πατούσε στο παρκέ και ετοιμαζόταν πάντα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να δώσει άλλη μια παράσταση. Ο κόσμος φώναζε ρυθμικά «Μάικλ, Μάικλ, Μάικλ...» σα να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από τον τελευταίο αγώνα. Όλοι όσοι βρέθηκαν εκείνο το απόγευμα στο «Σικάγο Στέιντιουμ», ήθελαν να τον δουν να αγωνίζεται και να θυμηθούν έστω για λίγο κάποιες από τις μαγικές στιγμές που τους είχε χαρίσει τα προηγούμενα χρόνια.

Στην αρχή ο Τζόρνταν μπήκε κάπως μουδιασμένα. Εννοείται ότι απέναντί του βρήκε τον Σκότι. Ιδανικός για τέτοιου είδους αποστολές και φυσικά σε καλύτερο αγωνιστικό ρυθμό από τον πρώην συμπαίκτη του. Είχε πάντοτε άλλωστε τον ρόλο του αμυντικού με τις ειδικές αποστολές, αυτός που «χρεωνόταν» τους καλύτερους παίκτες των αντίπαλων ομάδων.

Όταν βέβαια ο Τζόρνταν άρχισε να βρίσκει τα πατήματά του, ούτε ο Πίπεν μπορούσε να τον φρενάρει. Ας έλειπε 15 ολόκληρους μήνες. Έβγαλε τη γλώσσα έξω και έκανε λίγο από όλα. Έτρεξε σε όλο το γήπεδο, κάρφωσε, πέρασε μέσα από τα σκριν, εκτέλεσε από μέση απόσταση αλλά και έξω από τη γραμμή του τριπόντου, ενώ δοκίμασε και τα αγαπημένα fade away. Αποτέλεσμα; 52 πόντοι, νίκη για την ομάδα του MJ (έβαλε 42 πόντους και ο Πένι Χάρνταγουεϊ του Ορλάντο) με 187-150, με τον ίδιο να τελειώνει το ματς με ένα σουτ στη μούρη του Σκότι.

Το τελευταίο φιλί

Το κοινό είχε αρχίσει να παραληρεί και ο Τζόρνταν λίγο πριν αποχωρήσει για τα αποδυτήρια χάρισε σε όλους μια μοναδική σκηνή. Πήγε στο κέντρο του γηπέδου, γονάτισε και φίλησε τον ταύρο, με συνέπεια οι δημοσιογράφοι να αρχίσουν να τον κυνηγούν για να του αποσπάσουν έστω μία κουβέντα.

Στο ερώτημα γιατί έσκυψε και φίλησε το παρκέ, η απάντηση ήταν πολύ απλή: «Όχι, δεν σήμαινε τίποτα. Απλώς αποχαιρετούσα το γήπεδο και τίποτα παραπάνω. Το μπάσκετ θα είναι πάντοτε κομμάτι της ζωής μου, αλλά έχω τελειώσει μαζί του οριστικά!»

Η στιγμή ήταν ιδιαίτερα ανθρώπινη μόνο που όλοι είχαν ξεχάσει ότι το γήπεδο λίγο καιρό αργότερα θα κατεδαφιζόταν και τη θέση του θα έπαιρνε το United Center.

Όσο για τον Τζόρνταν, ευτυχώς, δεν τήρησε εκείνη την τελευταία ατάκα που ξεστόμισε στο ιστορικό γήπεδο. Σχεδόν έξι μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1995, είπε απλά «Ι’m back» και έκοψε την ανάσα σε όλο τον πλανήτη. Ήταν η ώρα της επιστροφής για να ολοκληρώσει ότι είχε αφήσει στη μέση από τον Ιούνιο του 1993.